ανταυγώ


ανταυγώ
ἀνταυγῶ (-έω) (Α)
ανακλώ φως, φεγγοβολώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αντ(ι)-* + αυγώ (< αυγή) «εκπέμπω λάμψη, ακτινοβολώ»].

Dictionary of Greek. 2013.